I am the Best - by Γιωργος



Ημουν σημερα με το κοριτσι μου και πλητταμε αλλη μια φορα.

‘Ελα ανεβασε το.
ανεβασε το.’
Της ελεγα.
Ηταν μια φωτογραφια με εικονα ενα λυπημενο ξυπολητο κοριτσι:
"I just want to talk to you. I miss you so much."

‘Ειδες που ειχα δικιο;’
Της μιλησε.

Καλλιτέχνης. Φυσικά.

Το επομενο εικοσαλεπτο ηταν εκει μονοι τους.
Αυτη ηταν περιπου η κουβεντα.
‘’Οποτε με τι ασχολεισαι;’’
"Εε γραφω τραγουδια, κ τετοια."
"Αληθεια;" εκανε εκπληκτη.
"Ναι, μ' αρεσει, γραφω πολυ."
"Και για τι γραφεις; Για ..."
"Ξερεις, μ' αρεσουν οι κακοι, ειναι πιο ενδιαφεροντες."
"Κι εσυ; Εσυ εισαι κακος;"
Την κοιταξε εκεινος.
"Ελα δειξε μου ποσο ΚΑΚΟΣ εισαι" ειπε κι εκανε μια αποτομη κινηση ορθωνοντας με δυναμη τ ομορφα και πολυ μικρα στηθια της.
"Χτυπα με."
Εκεινος παγωσε, σαν ποτε ν μην την ειχε δει τοσο νευρωδη!
"Ασ'το αγγελε μου, ασ'το’ ειπε και βυθισε ισια σαν βελονες τα δαχτυλα της στα μπροστινα μαλλια του.
Γυρισε το κεφαλι του νευριασμενος.
"Θελεις παντα να ελεγχεις τον αλλον. Εισαι αδιστακτη και σκυλα." ειπε.
Και σηκωθηκε, ανοιξε την πορτα, γυρισε κ την κοιταξε.. εκεινη τον κοιτουσε με ενα σταθερο σοβαρο βλεμμα, που οταν αρχισε να κατεβαινει, εδωσε αργα και ηδονικα την θεση του σ’ ενα χαμογελο που μονο εγω ξερω.
Σηκωσε το τηλεφωνο.
«Κατεβηκε. Δικος σου.»

Δεν ειχα πολυ χρονο. Ωχ Θεε μου, δεν ηθελα να αποτυχω σ’ αυτο.
Να’ τος. Τον ειδα απο μακρια να ερχεται.
Θεε μου περπατουσε μ’ αυτο το μουλικο τσιγκλισμενο προσωπο.
Ηταν τελειο!

Οταν πλησιαζε απο την αντιθετη,
πατησα το μπλε κουμπι κατω απ' το φαναρι για να σταματησουν τα αυτοκινητα,
αλλα συνεχισα να περπαταω στο πεζοδρομιο.
Κανονικα καποιος δν θα το παρατηρουσε,
αλλα το ειδε ολο το σκηνικο και μιλησε πειραγμενος:

'Γιατι το κανεις αυτο, αφου δεν θες να περασεις;'
'Ετσι, εχει πλακα.'
'Σταματας και καθυστερεις τα αυτοκινητα χωρις λογο. Οι ανθρωποι μπορει να έχουνε δουλειες.'
'Το ξερω.'
'Ο αλλος μπορει να πηγαινει στο νοσοκομειο και τον σταματας!'
'Το φαντάζεσαι; Πού τετοια τύχη!'
'Ετσι λες ε;'
'Ναι.'

Μετα η δασκαλιτσα μου πηρε μια δυσθυμη γκριματσα αποστροφης και συνεχισε.

‘Επιτελους!’
ειπα σηκωνοντας τις γροθιες μου
σε μια φιγουρα νικης.
‘Την πατησε καποιος!’
-Τι; εκανε.
-Καλα να περασεις βγαζοντας την.
του 'κλεισα το ματι.
Σηκωσε το αριστερο του ποδι –μπαλαρινα style- και ειχε κολλησει στο παπουτσι του μια φρεσκια μεγαλη ροζ τσιχλα.
'Οκ, οκ' ελεγε..
Οσο προσπαθουσε να τη βγαλει με το ξυλακι,
τοσο πιο μεσα κολλουσε στο αναγλυφο σχημα της σολας!
'Οκ, οκ'
Ειχε παρει κι ενα χαμογελαστο πονηρο προσωπο σαν το δικο μου
σ’ ολη τη διαρκεια.
Και ανεπνεε σαν βοδι με καθε αποτυχια.

Μετα οταν τελειωσε –ενα παιδακι θα το ‘χε κανει χιλιες φορες γρηγοροτερα και καλυτερα-
κι ετοιμαζοταν να φυγει κρατωντας το κεφαλι του, χωρις να με κοιταει καν βεβαια,
ηρθε το κερασακι στη τουρτα!
ο γνωστος βρωμικος καθυστερημενος αστεγος-δν-ξερω-τι της περιοχης ηρθε και του ζητουσε λεφτα!!!!!!
Εκεινος τον σπρωχνει στη μεση του δρομου και του φωναζει κλαιγοντας
«ΑΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΚΙ ΕΣΥ.» «ΑΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ.»
αμαξια κορναραν βρισιδια μια γυναικα οδηγος φωναζε ‘τι συμβαινει;’ της τρελης
κ αν δεν ετρεχε ο ξεδοντιαρης θα τον πατουσε κανονικα ενας 1000%
μιλαμε για πολυ γελιο Θεε μου δεν μπορω.

-----
by Γιωργος

Σχόλια